άκαμπτος

[акамптос] εκ. несгибаемый, непоколебимый, непреклонный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άκαμπτος" в других словарях:

  • ἄκαμπτος — unbent masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκαμπτος — η, ο (Α ἄκαμπτος, ον) [καμπτός] 1. εκείνος που δεν κάμπτεται, δεν λυγίζει ή δεν έχει λυγίσει «ἄκαμπτος κλάδος» 2. μτφ. όποιος δεν υποχωρεί, ανένδοτος «άκαμπτη αποφασιστικότητα» «ἄκαμπτοι βουλαὶ» (Πίνδ. Πυθ. 4, 72) 3. μτφ. αυτός που δεν υποχωρεί… …   Dictionary of Greek

  • άκαμπτος — η, ο επίρρ. α 1. αλύγιστος: Προσπάθησε να λυγίσει το κλαδί, αυτό όμως ήταν άκαμπτο. 2. σκληρός: Τον παρακάλεσε να δείξει κατανόηση, εκείνος όμως έμεινε άκαμπτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκαμπτότατον — ἄκαμπτος unbent masc acc superl sg ἄκαμπτος unbent neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάμπτως — ἄκαμπτος unbent adverbial ἄκαμπτος unbent masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκαμπτον — ἄκαμπτος unbent masc/fem acc sg ἄκαμπτος unbent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάμπτοις — ἄκαμπτος unbent masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάμπτου — ἄκαμπτος unbent masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάμπτους — ἄκαμπτος unbent masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκάμπτων — ἄκαμπτος unbent masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.